αμείβω

άμειψα, αμείφτηκα
1. ανταμείβω, βραβεύω: Για τις υπηρεσίες του αυτές δεν αμείφτηκε.
2. η μτχ. ενεστ. στον πληθ., οι αμείβοντες σημαίνει δύο δοκάρια που έχουν συνδεθεί σε σχήμα Λ και τα οποία, στερεωμένα στο κατάστρωμα του πλοίου, χρησιμεύουν, αντί γερανού, στη μετακίνηση βαριών αντικειμένων· επίσης έτσι λέγονται και οι δοκοί που σε ίδιο σχήμα υποβαστάζουν τη στέγη (τα ψαλίδια).

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αμειβώ — ἀμειβώ ( οῡς), η (Μ) [ἀμείβω] αμοιβή …   Dictionary of Greek

  • ἀμείβω — change pres subj act 1st sg ἀμείβω change pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμείβω — αμείβω, άμειψα βλ. πίν. 7 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αμείβω — (Α ἀμείβω) 1. παρέχω αντιμισθία, πληρώνω την αμοιβή για κάποια εργασία 2. (με ηθική σημασία) παρέχω ηθική αμοιβή ως πληρωμή για προσφερόμενη υπηρεσία, ανταμείβω, ανταποδίδω αρχ. Ι ενεργ. 1. δίνω ως αντάλλαγμα 2. παίρνω ως αντάλλαγμα 3. (για τόπο) …   Dictionary of Greek

  • αμείβω — [амиво] р. награждать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀμείβῃ — ἀμείβω change pres subj mp 2nd sg ἀμείβω change pres ind mp 2nd sg ἀμείβω change pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείψασθε — ἀμείβω change aor imperat mid 2nd pl ἀ̱μείψασθε , ἀμείβω change aor ind mid 2nd pl (doric aeolic) ἀμείβω change aor ind mid 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείψουσι — ἀμείβω change aor subj act 3rd pl (epic) ἀμείβω change fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀμείβω change fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείψουσιν — ἀμείβω change aor subj act 3rd pl (epic) ἀμείβω change fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀμείβω change fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμειβομένω — ἀμείβω change pres part mp masc/neut nom/voc/acc dual ἀμείβω change pres part mp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.